Μαμάδες εν δράση

Παιδί και Ξένες Γλώσσες

Τα πρώτα κουδούνια χτύπησαν, τα πρώτα τετράδια γράφτηκαν, οι πρώτες γόμες έλιωσαν και τα πρώτα ερωτήματα άρχισαν να τριβελίζουν το μυαλό σου. Μήπως είναι φέτος η κατάλληλη στιγμή να ξεκινήσουμε μία ξένη γλώσσα; Κι αν ναι ποια; Φροντιστήριο ή ιδιαίτερο;

Αυτή τη φορά επίτρεψέ μου να επικαλεστώ την ειδικότητα του εκπαιδευτικού ξένης γλώσσας, ώστε να σε βοηθήσω να δώσεις απάντηση στα ερωτήματα που βαραίνουν τον τίτλο του γονέα. Θα ξεκινήσω από το καίριο σημείο του συγκεκριμένου θέματος. Αφουγκράσου τις ανάγκες του παιδιού σου. Όπως ο κάθε ενήλικας είναι διαφορετικός, έτσι και το κάθε παιδί θέλει το δικό του χειρισμό και τα δικά του κόλπα. Κατά συνέπεια, συνταγή επιτυχίας δεν υπάρχει, ούτε κατάλληλη ηλικία ή μέθοδος εκμάθησης της ξένης γλώσσας. Ωστόσο, μπορώ να σου προτείνω να ξεκινήσεις από μικρή ηλικία να δίνεις ερεθίσματα στο παιδί σου από διάφορες ξένες γλώσσες. Αν και το θέμα της μικρής ηλικίας έχει διχάσει ήδη αρκετά, εκπαιδευτικούς και ερευνητές, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση της εκμάθησης της πρώτης γλώσσας, θα τολμήσω να ταχθώ υπέρ της μικρής ηλικίας. Πάντα με γνώμονα και οδηγό τις ανάγκες του παιδιού μπορείς να το εισάγεις
αρχικά σε υλικό από διάφορες ξένες γλώσσες, όπως παιδικά τραγούδια, κινούμενα σχέδια, παραμύθια κ.α., ώστε να διαπιστώσεις την κλίση του. Στην ηλικία των 4-5 ετών μπορείς να εισάγεις μάθημα της ξένης γλώσσας ως μητρική 45 λεπτών, 1 με 2 φορές τη βδομάδα. Όταν
λέω ως μητρική μην περιμένεις ότι το παιδί σου θα μιλάει τη ξένη γλώσσα σε επίπεδο ίσο της πρώτης του γλώσσας. Η ξένη γλώσσα παραμένει ξένη γλώσσα. Δύο πρώτες γλώσσες ή μητρικές μπορούμε να συναντήσουμε μόνο σε περιπτώσεις όπου το παιδί μεγαλώνει δίγλωσσα κι αυτό υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Συνεπώς στην μικρή ηλικία θα επενδύσεις στο να έχει το παιδί ακούσματα και ερεθίσματα τα οποία θα του προσφέρουν μια εξοικείωση, που θα το βοηθήσει αργότερα στην εκμάθηση. Η ηλικία των 6 ή αλλιώς η Πρώτη Δημοτικού θεωρείται λάθος στιγμή για να εισάγεις τη ξένη γλώσσα. Το παιδί είναι ήδη φορτισμένο και πιεσμένο από το άλμα, από την ανεμελιά στην ανάληψη ευθυνών. Σίγουρα μία επιπλέον δραστηριότητα με χαρακτηριστικά όμοια του σχολείου δε θα το βοηθήσει να τη δει με καλό μάτι. Στην ηλικία των 7-9 ετών είναι η κατάλληλη ηλικία να ξεκινήσει το παιδί με 2 μαθήματα μίας ώρας ανά εβδομάδα. Εκπαιδευτικό υλικό υπάρχει αρκετό γι’ αυτή την ηλικία, παρ’ όλα αυτά θα ξανααναφέρω το κλειδί της υπόθεσης, που είναι να αφουγκράζεσαι τις ανάγκες του παιδιού σου. Ακόμα και παιδιά της ίδιας οικογένειας δεν είναι έτοιμα την ίδια χρονική στιγμή. Εάν διαπιστώσεις ότι το παιδί σου δυσανασχετεί πριν το μάθημα, σημαίνει πως προς το παρόν δεν είναι έτοιμο. Σέβομαι και επικροτώ το γεγονός ότι θέλεις να στείλεις το παιδί σου στην αγορά εργασίας με όσο περισσότερα εφόδια γίνεται, παρ’ όλα αυτά εάν το πιέσεις το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι το παιδί σου να μισήσει τη γλώσσα και να απομακρυνθεί από αυτήν εσαεί. Από την άλλη μεγαλώνοντας το παιδί έχει τη δική του άποψη για το αν θέλει να ξεκινήσει μια γλώσσα ή όχι. Οφείλεις να αποδεχτείς ότι η χειραγώγηση που ασκείς στο παιδί σου χρόνο με το χρόνο μειώνεται και το
ίδιο έχει πια λόγο για τις αποφάσεις που το αφορούν. Εάν το αγνοήσεις απλά θα το στρέψεις εναντίον σου και εναντίον της ξένης γλώσσας. Κι ας πιάσουμε το ενδεχόμενο, που το παιδί δέχεται να ξεκινήσει με μία ξένη γλώσσα και πέφτει στο τραπέζι η ερώτηση „Ποια ξένη γλώσσα;“. Φράσεις τύπου „Kάνε γερμανικά γιατί είναι η γλώσσα του εμπορίου“, „Μάθε κινέζικα είναι η γλώσσα του μέλλοντος“, „Κάνε γαλλικά που έκανα κι εγώ μικρή“ ή „Ξεκίνα ισπανικά που ήταν πάντα το μεράκι μου“ είναι απαγορευτικές. Άσε το παιδί να επιλέξει ανεπηρέαστο. Αυτομάτως θα νιώσει ότι πρώτον σέβεσαι το ίδιο και τις επιλογές του και δεύτερον θα αντιμετωπίσει την όλη διαδικασία με περισσότερη υπευθυνότητα, εφόσον η επιλογή θα είναι δική του και θα θέλει να αποδείξει ότι τα κατάφερε. Συνεπώς ο στόχος θα έχει επιτευχθεί και το παιδί θα έχει αποκτήσει ένα παραπάνω εφόδιο. Στο δίλημμα φροντιστήριο ή ιδιαίτερο θα επαναλάβω ότι το κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Κάποια παιδιά λειτουργούν πιο γρήγορα απ΄ότι άλλα συνομήλικά τους, οπότε σε αυτή την περίπτωση το φροντιστήριο μάλλον δε θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους και σύντομα θα βαρεθούν ακολουθώντας τους ρυθμούς της υπόλοιπης τάξης. Το ίδιο ισχύει και για παιδιά που χρειάζονται λίγο περισσότερο χρόνο. Σε μία τάξη φροντιστηρίου μάλλον θα απογοητευτούν και θα γεμίσουν με αρνητικά συναισθήματα για τις ικανότητές τους. Από την άλλη σε παιδιά κλειστά και εσωστρεφή ίσως θα ήταν καλύτερα να δοθούν ευκαιρίες
κοινωνικοποίησης και ένταξης όπως σε μία τάξη. Προσπάθησε να μαντέψεις σε ποια κατηγορία ανήκει το παιδί σου και βεβαίως μην αμελήσεις να το ρωτήσεις τι θα ήθελε και το ίδιο. Κι αν στην πορεία, από κοινού διαπιστώσετε, ότι η μέθοδός σας δε του ταιριάζει
απλά αλλάξτε την.

Ώρα να κλείσω, λοιπόν, αποκαλύπτοντάς σου το δικό μου μυστικό ή μότο. Κάνε το παιδί σου να αγαπήσει τη γλώσσα. Εάν την αγαπήσει η εκμάθηση είναι μονόδρομος.

Με υπομονή, ελπίδα και αγάπη

Χρύσα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.